Mια ματιά στην προϊστορία της ΚέαςΔρ. Ελένη Ανδρίκου - ΑρχαιολόγοςΗ Κέα, το πιο κοντινό στην Αττική κυκλαδονήσι, είναι πλούσια σε ιστορία. Στα ιστορικά χρόνια υπήρχαν στο νησί 4 πόλεις: η Ιουλίδα, η σημερινή Χώρα στην ενδοχώρα, και τρεις παράλιες, η Κορρησία (Λιβάδι) στα ΒΔ, η Καρθαία (Πόλες) στα ΝΑ και η Ποιήεσσα (Ποίσσες) στα ΝΔ. Η ιστορία όμως του νησιού αρχίζει από τα προϊστορικά χρόνια. Τα πλούσια αρχαιολογικά ευρήματα, μερικά μάλιστα ιδιαίτερα εντυπωσιακά, που τεκμηριώνουν αυτή την ιστορία χιλιετιών, εκτίθενται στο πρόσφατα ανακαινισμένο Αρχαιολογικό Μουσείο στη Χώρα, σε μια έκθεση με σύγχρονη αντίληψη που εγκαινιάσθηκε τον Ιούνιο 2002. Αρκετές είναι οι προϊστoρικές θέσεις που έχουν εντοπισθεί, δύο όμως έχουν ερευνηθεί ανασκαφικά. Και οι δύο βρίσκονται στην ΒΔ ακτή, στην περιοχή της Αγίας Ειρήνης απέναντι από το Βουρκάρι, όπου η Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών διεξάγει μακροχρόνιες έρευνες. Μικρή βραχώδης χερσόννησος, η Κεφάλα, που συνδέεται με το υπόλοιπο νησί με στενό λαιμό, ήταν κατοικημένη περί τα τέλη της 4ης π.Χ. χιλιετίας. Η θέση αυτή φαίνεται ότι επελέγη διότι διαθέτει φυσικό λιμάνι και διότι είναι σχετικά εύκολο να την υπερασπισθεί κανείς. Αν και η διάβρωση του εδάφους είναι εκτεταμένη, διασώθηκαν, κυρίως στη νότια υπήνεμη πλαγιά, τα οικοδομικά κατάλοιπα του οικισμού, ο οποίος σχηματιζόταν από ορθογώνια λιθόκτιστα σπίτια, με μικρά κατά κανόνα δωμάτια. Οι κάτοικοι ασχολούνταν με την κτηνοτροφία (αιγοπρόβατα, χοίροι, βοοειδή), την καλλιέργεια κριθαριού και μπιζελιών καθώς και με το ψάρεμα. Η ύπαρξη νερού οπωσδήποτε έπαιξε σημαντικό ρόλο στη μόνιμη αυτή εγκατάταση. Εισήγαγαν πυρήνες οψιανού από τη Μήλο για την κατασκευή εργαλείων, μετάλλευμα χαλκού ίσως από το Λαύριο για την κατασκευή χάλκινων αντικειμένων, καθώς και έτοιμα προϊόντα, όπως δύο μαρμάρινα αγγεία από τις Κυκλάδες και εργαλεία πυριτολίθου. Στο λαιμό της χερσοννήσου και πολύ κοντά στον οικισμό εκτεινόταν το νεκροταφείο με 40 περίπου τάφους. Τα παιδιά και οι ενήλικες ενταφιάζονταν σε λάκκους με κτιστά τοιχώματα με τα πόδια λυγισμένα (συνεσταλμένη στάση), ενώ τα βρέφη σε μεγάλα αγγεία. Μερικοί τάφοι ήταν οικογενειακοί με πολλαπλές ταφές. Τα κτερίσματα (δώρα στο νεκρό) ήταν ελάχιστα και τοποθετούνταν κατά προτίμηση σε γυναίκες, δείχνουν όμως ότι υπήρχε κάποια μεταφυσική αντίληψη. Η ζωή στον οικισμό της Κεφάλας διήρκεσε περίπου έναν αιώνα και στη συνέχεια εγκαταλείφθηκε. Κατοίκηση της ίδιας περιόδου (τέλη ΄Υστερης Νεολιθικής) έχει εντοπισθεί σε δύο ακόμα σημεία στην Κέα, όχι όμως και αλλού στις Κυκλάδες. Στη νησίδα Σάλιαγκος στην Αντίπαρο έχει ανασκαφεί οικισμός των αρχών της ΄Υστερης Νεολιθικής, ο οποίος όμως παρουσιάζει αρκετές διαφορές στην αρχιτεκτονική, την κεραμεική, τα ειδώλια και τη λιθοτεχνία από τα αντίστοιχα της Κεφάλας. Η ανάλυση της μορφής και της διακοσμήσεως των ευρημάτων όλων των κατηγοριών υποδεικνύουν ότι ο πολιτισμός της Κεφάλας βρίσκεται κοντά σε αυτόν της ηπειρωτικής Ελλάδας και μάλιστα της Αττικής, από την οποία εκτιμάται ότι μετακινήθηκαν και οι πρώτοι κάτοικοι προς την Κέα. Η μικρή χερσόννησος που φιλοξενεί το εκκλησάκι της Αγίας Ειρήνης στον κόλπο του Αγίου Νικολάου, διαπιστώθηκε ανασκαφικά ότι κατοικήθηκε λίγο μετά την εγκατάλειψη της Κεφάλας και κατά τις πρώτες φάσεις της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού, ή αλλιώς κατά τις Πρωτοκυκλαδική (ΠΚ) Ι και ΙΙ περιόδους. Πυκνά κατάλοιπα ΠΚ σπιτιών με πλήθος ευρημάτων μαρτυρούν τις επαφές με τις υπόλοιπες Κυκλάδες και την ηπειρωτική Ελλάδα. Και ο οικισμός αυτός εγκαταλείφθηκε για κάποιο διάστημα και επανακατοικήθηκε στην διάρκεια της Μεσοκυκλαδικής (ΜΚ) περιόδου μέχρι το τέλος της Υστεροκυκλαδικής (ΥΚ). Κατά τη ΜΚ (19ος - μέσα 16ου αιώνα π.Χ.) και ΥΚ Ι-ΙΙ (μέσα 16ου - 15ος αιώνας π.Χ.), ο οικισμός ήταν οχυρωμένος και βρισκόταν κάτω από την έντονη επιρροή της Μινωικής Κρήτης. ΄Υστερα από εκτεταμένη καταστροφή του, επανακατοικήθκε την ΥΚ ΙΙΙΑ (μετά το 1400 π.Χ.) με σαφή προσανατολισμό στη Μυκηναϊκή Ελλάδα. Η δόμηση ήταν συνεχής με αναπτυγμένο σύστημα δρόμων. Το Ιερό του οικισμού που είχε ήδη ιδρυθεί στη ΜΚ περιόδο, ήταν το μόνο που εξακολούθησε να χρησιμοποιείται μέχρι το τέλος της Εποχής του Χαλκού αλλά και στα ιστορικά χρόνια. Κοντά στον οικισμό ευρέθησαν επίσης ΜΚ και ΥΚ τάφοι. Το ΜΚ-ΥΚ ΙΙ Ιερό ήταν ένα επίμηκες κτήριο με 6 δωμάτια, το οποίο ξεχώριζε από τον υπόλοιπο οικισμό, καθώς οριζόταν περιμετρικά με δρόμους. Το ότι κατά την περίοδο αυτή η θρησκευτική τελετουργία ακολουθούσε μινωικά πρότυπα επιβεβαιώνεται από τα εντυπωσιακά, σχεδόν φυσικού μεγέθους, πήλινα είδωλα λατρευτριών. Οι γυναίκες φέρουν το χαρακτηριστικό μινωικό ένδυμα, δηλαδή τη μακριά πλούσια φούστα και το ανοικτό στο στήθος περικόρμιο. Κατά την ΥΚ ΙΙΙΑ και ΙΙΙΒ περίοδο (14ος, 13ος αι. π.Χ.) το Ιερό ανακαινίσθηκε και χρησιμοποιήθηκαν μόνo τα 4 δωμάτια. Προστέθηκαν κατασκευές, οι οποίες υποδηλώνουν αλλαγή στις τελετουργικές πρακτικές, όπως δύο κόγχες εκατέρωθεν της εισόδου από τον προθάλαμο στον κυρίως θάλαμο. Περί το 1200 π.Χ. διαπιστωνέται μια νέα καταστροφή του, η οποία και πάλι δεν ήταν οριστική. Κατά την ΥΚ ΙΙΙΓ (12ος αι. π.Χ.), το κτήριο ανακαινίζεται και υφίσταται διαδοχικές μετασκευές. Στην περίοδο αυτή, κατασκευάθηκε στον προθάλαμο μεγάλος ορθογώνιος βωμός και κτιστά θρανία κατά μήκος των τοίχων. Ο καλά σωζόμενος οικισμός της Αγίας Ειρήνης είναι επισκέψιμος μετά από συνεννόηση στο Μουσείο της Χώρας. |