Η Δομή του αγροτικού χώρου στην βορειοδυτική Κέα (Τζιά) από την εποχή της ανεξαρτησίας μέχρι σήμεραΗλίας Κόκκινος, Αθανάσιος Ζούλιας (Αρχιτέκτονες - Πολεοδόμοι)
Αφιερώνεται σε όλους όσους αγαπούν την Τζιά και αγωνίζονται το όμορφο αυτό νησί
να κρατήσει τον παραδοσιακό του χαρακτήρα. 1. Εισαγωγικό ΣημείωμαΗ παρουσίαση αυτή βασίστηκε σε επί τόπου παρατηρήσεις που έγιναν από εμένα και τον συνάδελφο Θανάση Ζούλια τα τελευταία χρόνια (2000 - 2002) στη Τζιά. Βασίστηκε επίσης σε εργασίες και ανακοινώσεις του εθνολόγου / αρχαιολόγου T. W. Whitelaw(*) που έγιναν για το St. Johns' College του Cambridge μεταξύ 1989 και 1990. Στην αρχή της παρουσίασης γίνεται μια αναφορά στον τρόπο οργάνωσης της περιοχής ενδιαφέροντος, κυρίως του αγροτικού χώρου. Η αναφορά αυτή χρησιμεύει κατόπιν στην διερεύνηση της οικιστικής δομής και των αλλαγών της στον ίδιο χώρο. Εμβόλιμα, παρατίθεται μια πρώτη αξιολόγηση των σύγχρονων κοινωνικο-οικονομικών δεδομένων και πως αυτά επιδρούν στην αλλαγή της δομής του νησιού τόσο από οικιστική άποψη, όσο και από την άποψη των χρήσεων γης. 2. Ο Τρόπος Οργάνωσης του Αγροτικού ΧώρουΤα πιό εντυπωσιακά στοιχεία οργάνωσης του αγροτικού χώρου στην Βορειοδυτική Τζιά είναι οι κατασκευές που δομικά υποστηρίζουν ή προσδιορίζουν τα «χωράφια», δηλαδή την καλλιεργήσιμη γη: πεζούλες (τοιχία στήριξης του εδάφους), ξερολιθιές (όρια ιδιοκτησιών), μονοπάτια και δρόμοι (οδοί πρόσβασης). Πεζούλες Αν και οι πεζούλες χρησιμοποιούνται ευρύτατα σε όλον τον
Νοτιοελλαδικό Χώρο, αυτές της Τζιάς παρουσιάζουν ορισμένες ιδιαιτερότητες.
Υπολογίζεται ότι, στο 84% περίπου της Βορειοδυτικής περιοχής του Νησιού (που είναι
συνολικά 13 τετρ. χλμ.), είχαν χτιστεί πεζούλες κάποια στιγμή μέσα στον χρονικό
ορίζοντα που εξετάζεται. Προσθέτοντας τις επίπεδες καλλιεργήσιμες εκτάσεις
(κυρίως κοιλάδες), μπορεί κανείς να υπολογίσει ότι, 90% της συγκεκριμένης
περιοχής ήταν καλλιεργήσιμο για κάποιο μεγάλο ή μικρό χρονικό διάστημα. Το ύψος των συγκεκριμένων κατασκευών αρχίζει από μερικά εκατοστά και φτάνει πολλές φορές πάνω από τα 2 μέτρα. Οι πεζούλες προστατεύουν από την διάβρωση επίπεδα ή ελαφρά κεκλιμένα εδάφη πλάτους μεταξύ 2 και 4 μέτρων κατά μέσον όρο. Ο τρόπος κατασκευής τους παρουσιάζει μεγάλες διαφορές. Μερικές είναι αριστοτεχνικά χτισμένες και ανθεκτικές ενώ άλλες είναι απλά σωροί από πέτρες. Διακρίνεται και ένας συγκεκριμένος τύπος χαμηλής φαρδειάς πεζούλας με διαμορφωμένα σκαλοπάτια κατά διαστήματα. Ο τύπος αυτός χρησιμοποιήθηκε κυρίως σε περιοχές αμπελιών και σε ελαφρά κεκλιμένα εδάφη. Είναι σχεδόν αδύνατο να προσδιορισθεί ο χρόνος που έχουν χτιστεί οι περισσότερες πεζούλες. Υποστηρίζεται ότι σε περιοχές που το έδαφος είναι σταθεροποιημένο και δεν υπάρχουν φαινόμενα διάβρωσης (π.χ. στις περιοχές με σημαντική βλάστηση ή περιοχές που δεν έχουν υποστεί αποψίλωση λόγω βοσκής) οι πεζούλες εκεί μπορεί να δημιουργήθηκαν ακόμη και από τους αρχαίους χρόνους. Η κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι πεζούλες μπορεί να κατηγοριοποιηθεί ως ακολούθως:
![]() (Πηγή: T.W.Whitelaw, Cambridge, 1989) Η κατάσταση των κατασκευών παρέχει και μια δυνατότητα προσδιορισμού του χρόνου κατά τον οποίο η γη είχε καλλιεργηθεί, λαμβάνοντας υπόψη τα παρακάτω δεδομένα:
Παράλληλα πρέπει να ληφθούν υπόψη και ορισμένα σημερινά φαινόμενα αντιστροφής αυτών των τάσεων και κυρίως η ανάπτυξη του τουρισμού (στο φαινόμενο του τουρισμού θα αναφερθούμε και στην συνέχεια της παρουσίασης). Ο τουρισμός δημιουργεί αυξημένη ζήτηση σε συγκεκριμένα αγροτικά προϊόντα, κυρίως οπωροκηπευτικά, με αποτέλεσμα ορισμένες «προνομιακές» θέσεις σε επικλινή εδάφη να αρχίσουν να καλλιεργούνται ξανά και οι πεζούλες να επισκευάζονται. Επίσης, πολλές πεζούλες έχουν «αναστηλωθεί» για λόγους άσχετους με τις αγροτικές δραστηριότητες (π.χ. από κατοίκους παραθεριστικών κατοικιών για διακοσμητικούς λόγους). ΞερολιθιέςΟι ξερολιθιές χρησιμοποιήθηκαν (και χρησιμοποιούνται) συστηματικά για την οριοθέτηση των ιδιοκτησιών. Οι ιδιοκτησίες μπορεί να είναι από μεγάλες πολυγωνικές εκτάσεις που πολλές φορές περιλαμβάνουν ολόκληρους λόφους μέχρι μικρές τετραγωνισμένες περιοχές (κυρίως στα εύφορα μέρη όπου η γη έχει μεγαλύτερη αξία). Σε γενικές γραμμές οι ξερολιθιές βρίσκονται σε καλύτερη κατάσταση από τις πεζούλες για δύο κυρίως λόγους: (α) οριοθετούν ιδιοκτησίες με αποτέλεσμα οι σημερινοί ιδιοκτήτες να έχουν κάθε συμφέρον να τις συντηρούν, και (β) σαν κατασκευές δεν δέχονται φορτία αντίστοιχα με αυτά που δέχονται οι πεζούλες. Μέχρι τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, η δομή των ξερολιθιών άλλαζε σχετικά γρήγορα καθώς άλλαζε και το ιδιοκτησιακό καθεστώς στο Νησί. Από μια εξέταση της κατάστασης των ξερολιθιών, σε σχέση και με την κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι πεζούλες, πιθανολογείται ότι σε ολόκληρη την περιοχή ενδιαφέροντος, πριν την ανεξαρτησία υπήρχαν μόνο μεγάλες ιδιοκτησίες. Αυτές ανήκαν βασικά σε γαιοκτήμονες (άρχοντες) και την εκκλησία. Μετά την ανεξαρτησία υπήρξε ριζική ανακατανομή των ιδιοκτησιών. Σαν αποτέλεσμα, σταδιακά, οι ιδιοκτησίες άρχισαν να κατατέμνονται σε μικρότερες, με κάποιες εξαιρέσεις κυρίως στις παραλιακές περιοχές. Για τους παραπάνω λόγους, είναι σχεδόν αδύνατο να προσδιορισθεί ο χρόνος κατασκευής των ξερολιθιών. Σήμερα, με την ζήτηση παραθεριστικής κατοικίας που παρατηρείται, το φαινόμενο κατάτμησης έχει πλέον ενταθεί αλλά η δομή των ξερολιθιών παραμένει περίπου σταθερή, γιατί πλέον χρησιμοποιούνται άλλου τύπου οριοθετήσεις ιδιοκτησιών (τοίχοι, κιγκλιδώματα ή και απλές τοπογραφήσεις). ΜονοπάτιαΜε τον όρο «μονοπάτια» στην παρουσίαση νοούνται οι προσβάσεις που είναι προσπελάσιμες όχι μόνον από ανθρώπους αλλά και από στοιχειώδη μέσα μεταφοράς. Μέχρι το 1965 περίπου, τα μονοπάτια αποτελούσαν το βασικότερο σύστημα πρόσβασης των κατοίκων από τους οικισμούς στα χωράφια και άλλους χώρους δραστηριοτήτων (π.χ. λιμάνι). Η περιοχή ενδιαφέροντος διέθετε μέχρι τότε ένα σύστημα μονοπατιών μήκους περίπου 55 χλμ. Οι προσβάσεις αυτές περιβάλλονταν συστηματικά από καλά δομημένες ξερολιθιές, οι διαδρομές που καθόριζαν ήταν φαινομενικά ακανόνιστες αλλά ακολουθούσαν την τοπογραφία του εδάφους και ήταν πολύ λειτουργικές. Το επίπεδο των μονοπατιών πολλές φορές ήταν χαμηλότερο από τα παρακείμενα χωράφια (χάρις στην ύπαρξη των ξερολιθιών που, εκτός από όρια, λειτουργούσαν και σαν τοίχοι αντιστήριξης). Η κατασκευή των μονοπατιών παρουσίαζε πολλές διαφοροποιήσεις και ακολουθούσε κάποια συγκεκριμένη ιεραρχία. Τα βασικά μονοπάτια ήταν λιθόστρωτα και στα δύσκολα σημεία βαθμιδωτά. Σε ορισμένες περιπτώσεις είναι εμφανείς και εργασίες οδοποιίας, κυρίως λαξεύσεις βράχων. Τα βασικά μονοπάτια είναι και κατά πάσα πιθανότητα τα παλαιότερα και αποτελούσαν τα όρια των μεγάλων ιδιοκτησιών γης της περιόδου πριν την ανεξαρτησία. Τα υπόλοιπα μονοπάτια προέκυψαν μετέπειτα από διαδοχικές κατατμήσεις γης στις μεταγενέστερες περιόδους. Δρόμοι Σήμερα το σύστημα των μονοπατιών έχει εγκαταλειφθεί και εξολοκλήρου αντικατασταθεί από σύστημα «δρόμων». Οι λόγοι είναι βασικά δύο: (α) η εγκατάλειψη της καλλιέργειας στις περισσότερες επικλινείς περιοχές, και (β) οι τεχνολογικές αλλαγές (χρήση αυτοκινήτου για τις μετακινήσεις, μηχανοποίηση της αγροτικής δραστηριότητας). Για τον λόγο αυτό σχεδόν όλα τα «χρήσιμα» μονοπάτια έχουν μετατραπεί σε δρόμους διαφόρων κατηγοριών, ενώ τα μονοπάτια που έχουν περιπέσει σε αχρηστία είναι πλέον στην πλειοψηφία τους αδιάβατα. Η κατασκευή του πρώτου πραγματικού δρόμου (Κορησσία - Ιουλίδα) χρονολογείται από το 1926. Ο δρόμος αυτός διαπλατύνθηκε το 1984. Ενας μικρότερος δρόμος (Κορησσία - καρβουναποθήκες Αγ. Ειρήνης) κατασκευάσθηκε γύρω στα 1943 για λόγους ανεφοδιασμού πολεμικών πλοίων. Από την περίοδο αυτή έως το 1965 (όταν κατασκευάσθηκε ο δρόμος μεταξύ της Κορησσίας, του όρμου του Αγ. Νικολάου (Βουρκάρι) και του Οτζιά), η κατάσταση σχετικά με το οδικό δίκτυο παρέμεινε στάσιμη. Από το 1965 μέχρι σήμερα ένα εκτεταμένο δίκτυο μικρών δρόμων (οι περισσότεροι χωματόδρομοι) έχει καλύψει το παλαιό δίκτυο των βασικών μονοπατιών. Οι σημαντικότεροι από τους δρόμους αυτούς ενώνουν: την Κορησσία με την παραλία «Ξύλα», τον Οτζιά με το μοναστήρι της Καστριανής και την παραλία «Σπαθί», την Ιουλίδα με τις Πίσσες και τον Κούνδουρο και τέλος την Κορησσία με το Φωτημάρι και την Ιουλίδα. Τα δίκτυα ηλεκτροδότησης και, στο μέτρο του δυνατού, τα δίκτυα ύδρευσης, ακολούθησαν την πορεία του βασικού οδικού δικτύου. Η κατασκευή του οδικού δικτύου, σε συνδυασμό με την αύξηση του δείκτη ιδιοκτησίας οχημάτων και γεωργικών μηχανημάτων στο Νησί, είχε και έχει σημαντικές αμφίδρομες επιπτώσεις στην οικιστική δομή της περιοχής ενδιαφέροντος. Πιο αναλυτικά:
3. Η Οικιστική Δομή του Αγροτικού ΧώρουΓενικάΗ ανάπτυξη του οδικού δικτύου και οι αλλαγές στις οικονομικές δραστηριότητες επηρέασαν σημαντικά την οικιστική δομή στην περιοχή ενδιαφέροντος και το αντίστροφο. Μέχρι περίπου το 1965 στην Βορειοδυτική Τζιά υπήρχαν τρεις «συμπαγείς» οικισμοί: η Ιουλίδα (τότε Χώρα), η Κορησσία (τότε Λειβάδι) και το Βουρκάρι. Το οικιστικό πλέγμα συμπληρωνόταν από διάσπαρτες αγροικίες και άλλες δημόσιες ή ιδιωτικές εγκαταστάσεις, στον χώρο έξω από τους οικισμούς. Από το 1965 μέχρι σήμερα, κυρίως λόγω της τουριστικής ανάπτυξης και της εγκατάλειψης των αγροτικών καλλιεργειών στα επικλινή εδάφη, έχει δημιουργηθεί ένας νέος, σχετικά συνεκτικός, οικισμός (ο Οτζιάς) ενώ οι αγροικίες ή εγκαταλείφθηκαν ή έχουν μετατραπεί σε παραθεριστικές κατοικίες. Ταυτόχρονα, ο χώρος έξω από τους οικισμούς είναι πλέον διάστικτος από νέες παραθεριστικές κατοικίες ενώ παρατηρείται και έντονη αντίστοιχη οικοδομική δραστηριότητα. Σκοπός του τμήματος αυτού είναι να κάνει μια αναφορά στα αρχιτεκτονικά και μορφολογικά χαρακτηριστικά των αγροικιών και άλλων δημόσιων και ιδιωτικών εγκαταστάσεων στους χώρους έξω από τους οικισμούς, όπως ήταν περίπου μέχρι το 1965. ΑγροικίεςΟι αγροικίες ήταν κατά πάσα πιθανότητα διασκορπισμένες ομοιόμορφα στις καλλιεργήσιμες περιοχές της Βορειοδυτικής Τζιάς. Υπήρχαν επίσης και δύο «συγκεντρώσεις» τέτοιων κτισμάτων στο Φωτημάρι και τον Οτζιά (όπου υπήρχε και σχετική αφθονία νερού από πηγές). Τα επόμενα αρχιτεκτονικά / δομικά στοιχεία (στο σύνολό τους ή την πλειοψηφία τους) μπορούν να χαρακτηρίσουν ένα κτίσμα σαν «αγροικία»:
Η κατασκευή και τα χαρακτηριστικά των αγροικιών έχουν περιγραφεί επισταμένα σε διάφορες μελέτες. Συνοπτικά μπορεί κανείς να αναφέρει ότι σε κάθε αγροικία ένα δωμάτιο (ή περισσότερα) χρησίμευε σαν κουζίνα και χώρο διανυκτέρευσης (σταβλί) και το άλλο δωμάτιο σαν χώρος διημέρευσης (στεγάδι). Τα σταβλιά ήταν κλειστά από όλες τις πλευρές ενώ το στεγάδι άφηνε μία πλευρά ανοικτή προς την βεράντα. Οι περισσότερες αγροικίες βρίσκονταν δίπλα σε μονοπάτια. Στον περίβολο των αγροικιών υπήρχαν διάφορες βοηθητικές εγκαταστάσεις όπως: στέρνες για την συλλογή βρόχινου νερού, πατητήρια, στάβλοι, αλώνια, αποθηκευτικοί χώροι κ.α όπως θα αναφερθεί και παρακάτω. Οι περισσότερες αγροικίες που δεν έχουν μετατραπεί σε
παραθεριστικές κατοικίες είναι σήμερα ή ερείπια ή σε πολύ κακή κατάσταση. Εδώ ας
σημειωθεί και η ύπαρξη μερικών αξιόλογων αρχιτεκτονικά παλαιών αγροικιών σε
μέτρια κατάσταση που αξίζει να αναστυλωθούν στα πλαίσια διάσωσης αυτής της
αρχιτεκτονικής κληρονομιάς. Ο χρόνος κατασκευής των αγροικιών είναι επίσης
πολύ δύσκολο να προσδιοριστεί. Μια ειδική μελέτη θα μπορούσε να βγάλει
συμπεράσματα από την χρονολόγηση διαφόρων άλλων γειτονικών κατασκευών όπως οι
πεζούλες, την κατάσταση των κτισμάτων και τον αριθμό των ετησίων επιστρώσεων
ασβεστοκονιάματος στους τοίχους, όπου αυτό ακόμη βέβαια διατηρείται.
Εκτός από τις αγροικίες υπάρχουν πολλές άλλες ιδιωτικές βοηθητικές εγκαταστάσεις στην περιοχή ενδιαφέροντος: αποθήκες (σπιτάκια), μαντριά, αλώνια, πατητήρια και στέρνες. Η χρονολόγηση τέτοιων κατασκευών είναι αδύνατη. Παρόλα αυτά, το γεγονός ότι συγκεντρώνονται γύρω από τις αγροικίες μικρών ιδιοκτησιών υποδηλώνει ότι άρχισαν να χτίζονται συστηματικά με την ανακατανομή της γης τους χρόνους μετά την ανεξαρτησία. Τα σπιτάκια αποτελούνταν συνήθως από ένα δωμάτιο αν και μερικά διέθεταν και ένα στεγάδι ή έναν δεύτερο αποθηκευτικό χώρο. Σήμερα υπάρχουν ακόμη σπιτάκια που χρησιμοποιούνται καθώς και σπιτάκια χτισμένα με σύγχρονο τρόπο στις περιοχές που καλλιεργούνται. Τα μαντριά ήταν κατασκευές παρόμοιες με τα σπιτάκια. Τα σπιτάκια, πάντως, ξεχωρίζουν από τα μαντριά από τις ευρύχωρες εισόδους αλλά και την ύπαρξη κάποιας πόρτας που μπορεί να ασφαλίσει τον αποθηκευτικό χώρο. Τα αλώνια ήταν κυκλικές κατασκευές χτισμένες από πέτρα ή σκαλισμένες στο βράχο με διάμετρο 6 έως 8 μέτρα. Τα περισσότερα αλώνια ήταν κατασκευασμένα στο μέσο των χωραφιών. Ιδιαίτερη σημασία δινόταν στο γεγονός τα αλώνια να είναι επίπεδα, ακόμη και σε κεκλιμένα εδάφη με την κατασκευή επιχωματώσεων και τοιχίων αντιστήριξης. Σήμερα κανένα από τα αλώνια δεν χρησιμοποιείται, γεγονός που αποδεικνύει ότι η καλλιέργεια σιτηρών έχει ολοκληρωτικά εγκαταλειφθεί. Τα πατητήρια χωρίζονταν σε ανοιχτά και κλειστά. Τα κλειστά πατητήρια πολλές φορές αποτελούσαν τμήματα αγροικιών. Σε αντίθεση με τα προηγούμενα, οι κατασκευές αυτές ήταν συγκεντρωμένες στις περιοχές των αμπελώνων. Τέλος, οι στέρνες χρησίμευαν για την συλλογή του βρόχινου νερού
που χρησιμοποιούνταν σαν συμπλήρωμα του νερού των πηγαδιών και των πηγών (κυρίως
για το πότισμα και τα ζώα). Δεν υπάρχουν ενδείξεις για τον χρόνο κατασκευής τους.
Επίσης δεν έχουν παρατηρηθεί «πολύπλοκες» στέρνες με συστήματα καθαρισμού του
νερού για την μετατροπή του σε πόσιμο, όπως σε άλλα μέρη της Νότιας Ελλάδας
(π.χ. Μονεμβασία). Ολες οι κατασκευές που έχουν μέχρι τώρα περιγραφεί ήταν «ιδιωτικές» με την έννοια ότι είχαν συγκεκριμένους ιδιοκτήτες οι οποίοι φρόντιζαν και για την συντήρησή τους. Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελούσαν τα μονοπάτια που ήταν «ημι-δημόσια» και η συντήρησή τους ήταν υποχρέωση των παρακείμενων ιδιοκτητών. Υπήρχαν όμως και άλλες εγκαταστάσεις οι οποίες, αν και συνήθως χρησιμοποιούνταν και διατηρούνταν από συγκεκριμένες οικογένειες, είχαν χαρακτήρα δημόσιο (εκκλησάκια, πηγές, λατομεία, εγκαταστάσεις παραγωγής ασβεστοκονιάματος). Τα εκκλησάκια είναι τυπική περίπτωση δημοσίων κτιρίων με θρησκευτικό χαρακτήρα. Για τον λόγο αυτό, τα εκκλησάκια (περίπου 100 μέσα στην περιοχή ενδιαφέροντος) είναι καλά διατηρημένα μέχρι σήμερα. Συνήθως είναι χτισμένα δίπλα σε μονοπάτια και διατηρούνται από μία ή περισσότερες γειτονικές οικογένειες. Δεν είναι δυνατή η χρονολόγηση της κατασκευής τους για τον λόγο ότι έχουν όλα επισκευασθεί ή ανακατασκευασθεί πολλές φορές την χρονική περίοδο που εξετάζεται. Δεν έχουν παρατηρηθεί εκκλησάκια με κάποιο ιδιαίτερο ιστορικό ενδιαφέρον (π.χ. βυζαντινές κατασκευές). Οι πιο σημαντικές πηγές βρίσκονται στα ανάντη της κοιλάδας του Μυλοποτάμου. Το νερό των πηγών αυτών ήταν αρκετό όχι μόνο για πότισμα αλλά και για την λειτουργία περίπου 12 νερόμυλων. Σήμερα, χρησιμοποιείται αποκλειστικά για πότισμα εφόσον οι νερόμυλοι έχουν πέσει σε αχρηστία. Εποχικές πηγές υπάρχουν επίσης στο Φωτημάρι και τον Οτζιά. Στοιχειώδεις κατασκευές χρησιμοποιούνταν για την συλλογή / εξοικονόμηση και την ορθολογική χρήση του νερού των πηγών (στέρνες, χώροι πλυσίματος ρούχων, ποτίσματος ζώων κ.α). Η συντήρηση των εγκαταστάσεων των πηγών ήταν κοινοτική ευθύνη. Σήμερα, χάρις στην ύπαρξη αντλιών χρησιμοποιούνται ευρέως και ιδιωτικές γεωτρήσεις χωρίς όμως κάποιον ιδιαίτερο κεντρικό προγραμματισμό σε σχέση με τον αριθμό τους και τις δυνατότητες άντλησης νερού. Πολλά μικρά λατομεία λειτούργησαν κατά διαστήματα στην περιοχή ενδιαφέροντος. Σήμερα, με την αύξηση της οικοδομικής δραστηριότητας υπάρχει ζήτηση πέτρας καλής ποιότητας αλλά το θέμα λειτουργίας μεγάλων οργανωμένων λατομείων (σε σχέση με τις σημαντικές αρνητικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις που έχει) πρέπει να εξετασθεί και να λυθεί με σωστό προγραμματισμό. Εγκαταστάσεις παραγωγής ασβεστοκονιάματος υπήρχαν συγκεντρωμένες κυρίως στην περιοχή πάνω από το Γυαλισκάρι (όπου υπάρχουν αρκετά αποθέματα ασβεστόπετρας). Σήμερα, με την χρήση του έτοιμου ασβεστοκονιάματος, οι εγκαταστάσεις αυτές έχουν περιπέσει όλες σε αχρηστία. 4. Η Οικιστική Εξέλιξη του Αγροτικού ΧώρουΟι παρατηρήσεις που έγιναν μέχρι τώρα, καθώς και τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία, επιτρέπουν την δημιουργία μιας εικόνας των διαδοχικών αλλαγών στην οικιστική δομή αλλά και τις χρήσεις γης στην Βορειοδυτική Τζιά από την εποχή της ανεξαρτησίας μέχρι σήμερα. Σαν προοίμιο μπορεί να αναφέρει κανείς ότι μέχρι την εποχή της ανεξαρτησίας, σχεδόν όλος ο πληθυσμός του Νησιού κατοικούσε στην Ιουλίδα (Χώρα). Σαν συνέπεια των μεταρρυθμίσεων στο καθεστώς ιδιοκτησίας μετά την ανεξαρτησία, αλλά και της βελτίωσης των συνθηκών ασφαλείας, αγροικίες και βοηθητικές εγκαταστάσεις άρχισαν να κατασκευάζονται έξω από την Ιουλίδα. Η δημιουργία αγροτικών ιδιοκτησιών (αγροτική μεταρρύθμιση), είχε σαν αποτέλεσμα και την εντατικοποίηση της κατασκευής των σχετικών ορίων (ξερολιθιές). Εικάζεται πάντως ότι, η διαμονή στην ύπαιθρο ήταν εποχική, τουλάχιστον μέχρι το 1920 με εξαίρεση ορισμένες νότιες αγροτικές περιοχές. Ενα φαινομενικά παράδοξο φαινόμενο είναι το γεγονός ότι η αγροτική μεταρρύθμιση δεν κάλυψε το σύνολο των μεγάλων ιδιοκτησιών που προϋπήρχαν στην περιοχή ενδιαφέροντος. Δύο λόγοι μπορούν να ερμηνεύσουν το φαινόμενο αυτό:
Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι μικροί οικισμοί άρχισαν να πρωτοεμφανίζονται στα Νότια του Νησιού σαν αποτέλεσμα της εγκατάστασης εκεί αγροτών και της μεγάλης απόστασης από τη Ιουλίδα που δεν επέτρεπε καθημερινές μετακινήσεις. Αντίθετα, η δημιουργία νέων σημαντικών οικισμών στην περιοχή ενδιαφέροντος (Κορησσία, Βουρκάρι, Οτζιάς) είναι αποτέλεσμα πιο σύνθετων επιδράσεων και κυρίως του σταδιακού οικονομικού «ανοίγματος» του Νησιού στις γύρω περιοχές (κυρίως την Αττική) και την ανάπτυξη του τουρισμού. 5. Σαν ΕπίλογοςΤρεις ήταν οι στόχοι της παρουσίασης αυτής:
Κλείνοντας νομίζουμε ότι είναι απαραίτητη μια εύστοχη αναφορά (δανεισμένη από την «Ειδική Χωροταξική Μελέτη Κέας, Κύθνου, Σερίφου και Σίφνου») στον τουρισμό (ντόπιο και ξένο) που αποτελεί την κύρια οικονομική δραστηριότητα σήμερα στο Νησί και όπως είδαμε επιδρά καταλυτικά (και πολλές φορές απειλητικά) στην ανάπτυξή του. Ο τουρισμός μπορεί μεν να θεωρείται ο κύριος μοχλός και καταλύτης της αναπτυξιακής διαδικασίας σε έναν χώρο που δεν διαθέτει άλλες δυναμικότερες δραστηριότητες, αλλά αποτελεί επίσης και σημαντικό παράγοντα κοινωνικής και οικολογικής αλλοίωσης. Με δεδομένη την παραπάνω διαπίστωση το κύριο πρόβλημα που τίθεται είναι όχι η αποδοχή του σημαντικού ρόλου του τουρισμού αλλά ο τρόπος με τον οποίο αυτός:
(*) T.M. Whitelaw 1991. The ethnoarchaeology of recent rural settlement and land use in Northwest Keos. In, J.F. Cherry, J.L. Davis and E. Mantzourani (eds) Landscape Archaeology as Long-term History. Northern Keos in the Cycladic islands from earliest settlement until modern times. (Monumenta Archaeologica 16) Los Angeles, Institute of Archaeology. Pages 403-54. |